ανακαθαρτικός

ανακαθαρτικός
-ή, -όν (Α) [ἀνακαθαίρω]
ο χρήσιμος ή κατάλληλος για ανακάθαρση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἀνακαθαρτικός — promoting vomiting masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτικά — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting neut nom/voc/acc pl ἀνακαθαρτικά̱ , ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem nom/voc/acc dual ἀνακαθαρτικά̱ , ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτικόν — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting masc acc sg ἀνακαθαρτικός promoting vomiting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτικοῖς — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτικῇ — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτική — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακαθαρτικήν — ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακαθαίρω — ἀνακαθαίρω (Α) Ι. (ενεργ. και μέσ.) καθαρίζω εντελώς ΙΙ. μέσ. 1. γίνομαι καθαρός, διαυγής 2. (για μεταλλεύματα) αποχωρίζω τις ξένες ουσίες 3. καθαρίζω το στομάχι κάνοντας εμετό, ή τα αναπνευστικά όργανα βγάζοντας φλέματα 4. φρ. «ἀνακαθαίρομαι… …   Dictionary of Greek

  • ἀνακαθαρτικάς — ἀνακαθαρτικά̱ς , ἀνακαθαρτικός promoting vomiting fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”